Σωτήριο έτος 2007. Η κινητή τηλεφωνία βρίσκεται σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φάσεις της ιστορίας της. Τα smartphones υπάρχουν ήδη. Και όχι απλώς υπάρχουν, αλλά έχουν ήδη αποκτήσει φανατικό κοινό.
Υπάρχει Symbian. Υπάρχει Windows Mobile. Υπάρχει PalmOS. Υπάρχει BlackBerry. Υπάρχουν συσκευές με Qwerty πληκτρολόγια, με stylus, με κάρτες μνήμης, με σουίτες Office, με συγχρονισμό Outlook, με email, με 3G, με Bluetooth, με εφαρμογές, με όλο εκείνο το υπέροχο χάος που έκανε εμάς τους τότε mobile geeks να περνάμε ώρες σε forums, reviews και καταλόγους καταστημάτων.
Ο υποφαινόμενος είχε ήδη ζήσει την εμπειρία του Nokia 6600, που τον έβαλε για τα καλά στον κόσμο του Symbian, και στη συνέχεια του Palm Treo 650, που υπήρξε πραγματικό εργαλείο δουλειάς. PalmOS, Qwerty, Outlook sync, Documents To Go, email, εφαρμογές για τα πάντα. There was an app for that, πολύ πριν γίνει σλόγκαν αλλού.
Και ενώ όλα αυτά θεωρούνταν, τουλάχιστον για τους ψαγμένους, η φυσιολογική εξέλιξη του smartphone, εμφανίζεται ο Steve Jobs τον Ιανουάριο του 2007 και παρουσιάζει μια συσκευή που έμοιαζε να έρχεται από άλλη εποχή.
iPod. Phone. Internet communicator.
Και κάπου εκεί, η αγορά της κινητής τηλεφωνίας σταμάτησε για λίγο να αναπνέει.
Το πρώτο iPhone δεν ήταν, αντικειμενικά, το πιο πλήρες smartphone της εποχής. Να τα λέμε αυτά, γιατί η ιστορία δεν γράφεται με fanboy γυαλιά. Δεν είχε 3G. Δεν είχε MMS. Δεν είχε copy paste. Δεν είχε GPS. Δεν είχε κάρτα μνήμης. Δεν είχε δυνατότητα αλλαγής μπαταρίας από τον χρήστη. Δεν είχε App Store στην αρχική του μορφή. Δεν είχε βιντεοσκόπηση. Δεν είχε καν το είδος της ελευθερίας που είχαμε συνηθίσει σε Symbian, PalmOS και Windows Mobile.
Αν το έβαζες κάτω με το spec sheet, υπήρχαν αρκετοί λόγοι να το απορρίψεις. Και πολλοί το κάναμε στην αρχή, τουλάχιστον νοητικά.
Μα δεν έχει 3G.
Μα δεν έχει εφαρμογές τρίτων.
Μα δεν στέλνει αρχεία με Bluetooth.
Μα δεν έχει κάρτα μνήμης.
Μα το Nokia N95 κάνει περισσότερα.
Μα τι smartphone είναι αυτό;
Και ξέρετε κάτι; Σε αρκετά από αυτά, η κριτική είχε βάση.
Μόνο που το iPhone δεν ήρθε να κερδίσει τη μάχη του spec sheet. Ήρθε να αλλάξει το γήπεδο.
Η συσκευή διέθετε οθόνη αφής 3.5 ιντσών, ανάλυση 320x480, capacitive multitouch τεχνολογία, κάμερα 2 MPixels, WiFi, Bluetooth, EDGE για δεδομένα, αποθηκευτικό χώρο 4 GB ή 8 GB στις πρώτες εκδόσεις, και λειτουργικό που τότε ονομαζόταν απλώς iPhone OS.
Στα χαρτιά, δεν τρόμαζε τους ανταγωνιστές.
Στο χέρι, όμως, ήταν άλλη ιστορία.
Η πρώτη επαφή με το interface ήταν περίεργη. Όχι επειδή ήταν δύσκολο. Το ακριβώς αντίθετο. Ήταν περίεργη επειδή ξαφνικά όλα έμοιαζαν αυτονόητα. Το scrolling είχε φυσικότητα. Το pinch to zoom σε φωτογραφίες και ιστοσελίδες έμοιαζε σχεδόν μαγικό για την εποχή. Ο Safari έδειχνε κανονικές ιστοσελίδες, όχι ταλαιπωρημένες mobile εκδόσεις με μισό περιεχόμενο και άλλο μισό χαμένο στη μετάφραση του WAP και των πρώτων mobile browsers.
Και φυσικά, υπήρχε η απουσία stylus.
Για εμάς που είχαμε μάθει να πατάμε μικροσκοπικά κουτάκια με πλαστική γραφίδα, να κάνουμε calibration στην οθόνη, να ψάχνουμε επιλογές σε υπομενού και να νιώθουμε μια μικρή υπεροχή επειδή ξέραμε τι είναι το ActiveSync, αυτό ήταν σχεδόν προσβολή :p
Το iPhone έλεγε κάτι απλό: άγγιξέ με με το δάχτυλο.
Όχι με stylus. Όχι με joystick. Όχι με πέντε επίπεδα μενού. Με το δάχτυλο.
Και αυτή ήταν η ουσία της επανάστασης.
Μέχρι τότε, τα smartphones ήταν κυρίως συσκευές για ανθρώπους που ήξεραν τι έψαχναν. Ήθελες email, συγχρονισμό, εφαρμογές, Office, αρχεία, ημερολόγιο, επαφές, εταιρική χρήση. Ήσουν διατεθειμένος να παιδευτείς. Να αγοράσεις ελληνικά. Να στήσεις APN. Να ψάξεις forums. Να φλασάρεις firmware. Να κάνεις hard reset και μετά να θυμηθείς τι δεν είχες κάνει backup.
Το iPhone πήρε αυτή την πολυπλοκότητα και την έκρυψε πίσω από μια εμπειρία χρήσης που είχε συνοχή. Όχι πληρότητα στην αρχή. Συνοχή.
Και αυτό, εκ των υστέρων, ήταν το χτύπημα που δεν είδαν όλοι να έρχεται.
Γιατί από εκείνη τη στιγμή, το ερώτημα στην αγορά άλλαξε. Δεν ήταν πλέον μόνο “τι κάνει η συσκευή;”. Ήταν και “πώς είναι να τη χρησιμοποιείς;”.
Τεράστια διαφορά.
Το πρώτο iPhone δεν είχε την ωριμότητα που απέκτησε αργότερα η πλατφόρμα. Η μεγάλη έκρηξη ήρθε με το App Store το 2008, όταν πλέον η Apple άνοιξε τον δρόμο για εφαρμογές τρίτων με τρόπο οργανωμένο, εμπορικό και εύκολο για τον μέσο χρήστη. Εκεί άρχισε να φαίνεται καθαρά ότι το παιχνίδι δεν θα παιζόταν μόνο στο hardware, αλλά και στο οικοσύστημα.
Όμως η βάση είχε μπει από το original iPhone.
Η οθόνη. Το touch. Το browser. Η αίσθηση ότι κρατάς κάτι ενιαίο. Όχι ένα τηλέφωνο με πρόσθετες δυνατότητες. Αλλά έναν μικρό υπολογιστή τσέπης που τύχαινε να κάνει και κλήσεις.
Στην Ελλάδα και στην Κύπρο, φυσικά, δεν ήταν όλα ρόδινα. Δεν μιλάμε για εποχή που έμπαινες άνετα σε ένα κατάστημα, το έπαιρνες επίσημα και τελείωνες. Υπήρχαν εισαγωγές, ξεκλειδώματα, οδηγοί, forums, iTunes, firmware, baseband, SIM cards, και όλη εκείνη η γνωστή αγωνία του early adopter: αν κάτι πάει στραβά, ποιος θα το αναλάβει;
Αλλά αυτό ήταν μέρος της γοητείας.
Το iPhone του 2007 δεν ήταν μια τακτοποιημένη, ώριμη επιλογή. Ήταν περιέργεια. Ήταν ρίσκο. Ήταν δήλωση. Ήταν η αίσθηση ότι μπροστά σου ανοίγει μια νέα σελίδα στην κινητή τηλεφωνία, χωρίς να ξέρεις ακόμη πόσο μεγάλη θα γίνει.
Ο υποφαινόμενος το απέκτησε εκείνη τη χρονιά, αντικαθιστώντας το Palm Treo 650. Και η αλήθεια είναι πως η μετάβαση δεν ήταν καθόλου απλή συναισθηματικά. Το Treo ήταν εργαλείο. Ήταν μηχάνημα δουλειάς. Είχε πληκτρολόγιο. Είχε εφαρμογές. Είχε τη λογική του PalmOS, την οποία είχα αγαπήσει. Ήταν μια συσκευή που ήξερα να τη φέρνω στα μέτρα μου.
Το iPhone ήταν άλλο πράγμα.
Στην αρχή, ένιωθες ότι έχανες δύναμη. Μετά καταλάβαινες ότι κέρδιζες ροή. Η συσκευή δεν σου έδινε αμέσως όλες τις επιλογές που ζητούσε ο power user. Σου έδινε όμως μια εμπειρία που σε τραβούσε να τη χρησιμοποιείς ξανά και ξανά. Και αυτό, όσο και αν τότε δεν θέλαμε πάντα να το παραδεχτούμε, ήταν σημαντικό.
Κοιτώντας πίσω, το original iPhone δεν ήταν τέλειο. Ούτε καν κοντά. Ήταν γεμάτο ελλείψεις, ειδικά για όσους ερχόμασταν από πιο “ανοιχτά” ή πιο επαγγελματικά smartphones της εποχής. Όμως ήταν η συσκευή που άλλαξε την κατεύθυνση της αγοράς.
Δεν σκότωσε αμέσως το Symbian. Δεν εξαφάνισε την Palm από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν έριξε το BlackBerry αμέσως από τον θρόνο του. Η ιστορία δεν λειτουργεί με κουμπί on και off.
Άλλαξε όμως το κριτήριο.
Μετά το iPhone, κανένας κατασκευαστής δεν είχε την πολυτέλεια να αγνοήσει την εμπειρία χρήσης. Κανένας δεν είχε την πολυτέλεια να θεωρεί την οθόνη αφής δευτερεύον χαρακτηριστικό. Κανένας δεν είχε την πολυτέλεια να φτιάχνει smartphone σαν μικρό υπολογιστή με πληκτρολόγιο και μενού, χωρίς να σκέφτεται τον απλό χρήστη.
Από εκεί και μετά, όλοι έπρεπε να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα.
Πώς θα μοιάζει το smartphone μετά το iPhone;
Κάποιοι απάντησαν γρήγορα. Κάποιοι άργησαν. Κάποιοι δεν κατάλαβαν ποτέ τι τους χτύπησε.
Για εμάς που ζήσαμε εκείνη την εποχή μέσα από forums, reviews, συγκρίσεις, πειράματα, συγχρονισμούς, ξεκλειδώματα και ατελείωτες συζητήσεις, το πρώτο iPhone δεν είναι απλώς μια παλιά Apple συσκευή.
Είναι το σημείο στο οποίο η κινητή τηλεφωνία γύρισε σελίδα.
Όχι επειδή τα είχε όλα.
Επειδή ανάγκασε όλους τους άλλους να ξανασκεφτούν τι σημαίνει smartphone.